Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2012

ΛΕΞΙΚΟ ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ



χούντα (η) [χωρ. γεν. πληθ.] (α) ομάδα πολιτικών που καταλαμβάνει την κυβερνητική εξουσία (για χώρες της Λατινικής Αμερικής) (β) (γενικότ.) ομάδα πολιτικών και στρατιωτικών που καταλαμβάνουν την εξουσία με πραξικόπημα και επιβάλλουν με τη δύναμη των όπλων δικτατορικό καθεστώς: η ~ των στρατηγών στην Αργεντινή || η ~ των συνταγματαρχών στην Ελλάδα (γ) (μτφ.) χαρακτηρισμός πολιτικής εξουσίας που ενεργεί αυταρχικά και δεν λαμβάνει υπόψη τη λαϊκή βούληση|

Η πείρα της νεολαίας και των εργαζομένων μέχρι στιγμής έχει δείξει ότι οι χούντες πέφτουν με εξέγερση, δηλαδή με:
εξέγερση (η) [μτγν] {-ης κ. –έρσεως, –έρσεις, –έρσεων} η μαζική και δυναμική κινητοποίηση εναντίον οποιασδήποτε αρχής: η ~ του Πολυτεχνείου || ξέσπασε ~ ||ένοπλη ~ (λαϊκ.) ξεσηκωμός. ΣΧΟΛΙΟ λ. επανάσταση.

Μία εξέγερση που θα ανατρέψει και τον νόμο της προκατόχου του και τον ίδιο και το μαύρο μέτωπο συγκυβέρνησης-ΕΕ-ΔΝΤ-κεφαλαίου. Δηλαδή θα φέρει την:
ανατροπή (η) 1. (α) το αναποδογύρισμα, η απώλεια της ισορροπίας και η πτώση (β) υδραυλικό σύστημα για την ανύψωση και το άδειασμα της καρότσας φορτηγών 2. (μτφ) η βίαιη πτώση, η κατάλυση (της υπάρχουσας τάξης, καθεστώτος, ηγέτη) η ~ του τύραννου 3. Η ριζική μεταβολή προς το αντίθετο ΣΥΝ αναστροφή 4. (μτφ) η απόδειξη ότι κάτι δεν ισχύει ΣΥΝ αντίκρουση, ανασκευή ΑΝΤ ενίσχυση, στήριξη, θεμελίωση 5.(μτφ) η ακύρωση, η ματαίωση: η ~ των σχεδίων κάποιου.
Ούτε σιωπής, ούτε υποταγής, είμαστε η γενιά της ανατροπής!


δημοσίευση  στην  ομάδα   του  ΜΟΝΤΑΖ  στο  facebook

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Ποιοί κλείνουν τις επιχειρήσεις